Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Μια μέρα στη ζωή του μαύρου υφάσματος

Το μαύρο ύφασμα ξυπνά απ'το πρωινό αγιάζι 

κάνει πως κοιμάται μέχρι ο ζητιάνος που τυλίγει να πάει για κατούρημα,τότε δραπετεύει,



περνάει απ΄την πλατεία και παίρνει την τέταρτη πίσω θέση ανάμεσα στους ιππότες με τις κάπες,μόνο τα εξασκημένα μάτια μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά,



Όταν τελικά κάποιος το παίρνει χαμπάρι και απειλεί να το σχίσει φεύγει και πάει και ντύνει μια κούκλα για χοντρούς και τότε νιώθει άτρωτο μέχρι που το αφεντικό μαζεύει την κούκλα σέρνοντάς την για το μεσημεριανό κλείσιμο



Σε λίγο το μαύρο ύφασμα αρχίζει και πεινάει κι έτσι πετάει και ντύνει μια τσιγγάνα λίγο πιο κάτω κι αυτή του δίνει λίγα ψιλά και μια κατάρα αν ποτέ την αφήσει γυμνή να αγαπήσει κάτι που αυτό να μην το χρειάζεται



 Κι ενώ έχει σκοπό να μείνει κοντά στη γριά για πάντα,ξάφνου ακούει γνώριμες φωνές άλλων μαύρων υφασμάτων να αγκομαχούν,μεμιάς πετάει και παίρνει μέρος σε μια επιχείρηση καταστολής ανθρώπινων ονείρων πάνω σε μια πολυκατοικία μισή.Φρικτά φαντάσματα από ιστορικές αντιζηλίες και αντιδικίες γειτόνων πετιούνται απ’τα σιφόνια,σαπισμένα επτασφράγιστα μυστικά ζευγαριών βγαίνουν απ’τα λούκια,κατακάθια οσμών από χιλιάδες συνευρέσεις εκτινάσσονται από βρύσες κ υδρορροές διαπερνώντας και τα πιο ανθεκτικά τόπια,σπρώχνουν όλα μαζί για να μη βγει ο οχετός στον έξω κόσμο.




Τελικά η επιχείρηση στέφεται με απόλυτη επιτυχία μόνο που από την υπερπροσπάθεια το μαύρο ύφασμα γίνεται ροζ.Έντρομο τότε ρωτάει τα άλλα υφάσματα τι να κάνει κι αυτά του λένε πως σε μια μάντρα στον Κολωνό είναι καθισμένη μια πράσινη κοπέλα κι αφού στον κόσμο αυτόν υπάρχει μια πράσινη κοπέλα ίσως να είναι η μόνη που μπορεί να γνωρίζει από αδικαιολόγητες αλλαγές χρωμάτων.Έτσι,το ροζ πια ύφασμα μπερδεύεται στην κεραία ενός ραδιοταξί και φτάνει στο σημείο.Με το που βλέπει την κοπέλα την ερωτεύεται τρελά κ θέλει να τη σκεπάσει για να μην κρυώνει.Αυτή του λέει να αφήσει τις μαλακίες γιατί οι πράσινες κοπέλες δεν κρυώνουν και ότι για να ξαναγίνει μαύρο θα πρέπει να της κάνει κονέ με την πράσινη πολυκατοικία εδώ πιο κάτω γιατί άντε απ’την πολύ ευαισθησία έγινε έτσι ροζ κουφετί κ αν θέλει το καλό του θα πρέπει να σκληραγωγηθεί.


Απαρηγόρητο το ύφασμα μπλέκεται στο μπράτσο ενός θλιμμένου χήρου άντρα που περπατάει σκεφτικός μέσα στο μούχρωμα και λίγο πριν ο άτυχος άνθρωπος συναπαντηθεί με ένα γείτονα που έρχεται απ΄την απέναντι πλευρά να τον συλλυπηθεί το αστείο ροζ πένθος στο χέρι του έχει γίνει και πάλι μαύρο.Όταν πια φτάνουν μπροστά στην πράσινη πολυκατοικία έχει σουρουπώσει για τα καλά.Το τερατώδες οικοδόμημα στο άκουσμα του συνοικεσίου βρυχάται πως εννοείται πως γνώριζε πως η πράσινη κοπέλα ήταν τρελή καψούρα μαζί της αλλά περίμενε να είναι τελείως στα πατώματα για να την κάνει δική της.Σκοπεύει λέει να την κόψει κομματάκια και να τη βάλει στις ζαρντινιέρες κ της γλάστρες σε όλους τους ορόφους της για να μην πληρώνει τα κέρατά της σε φυτώρια κι αυτή να της πει κι ευχαριστώ.



Το ύφασμα δεν επιλέγει να αποκαλύψει το μοχθηρό σχέδιο της πράσινης πολυκατοικίας στην πράσινη κοπέλα.Στο κάτω κάτω ο καθένας βρίσκει αυτό που του αξίζει.Μόνο βαριέται λίγο πια,είναι αργά κι η μέρα ενώ του πρόσφερε πλούσιες συγκινήσεις το άφησε πάλι μόνο.Για να διασκεδάσει την ανία του αρχίζει να περιτυλίγεται σε διάφορα αντικείμενα στο δρόμο και να παίρνει φοβιστικές μορφές αλλά οι πιο πολλοί περαστικοί ενώ στην αρχή αλαφιάζονται στη συνέχεια ξεσπούν σε τρανταχτά γέλια πράγμα που το εκνευρίζει ακόμα πιο πολύ.Έτσι,περνάει άσκοπα το υπόλοιπο απόγευμα απλά κολλώντας πάνω σε φούστες γυναικών κ χαζεύοντας βιτρίνες λίγο πριν το κλείσιμο



Αργά το ίδιο βράδυ το μαύρο ύφασμα κρεμάστηκε στο μεσοδιάστημα ενός στριπ-κλαμπ κι ενός σαντουϊτσάδικου,όχι για να πεθάνει μα για να κοιμηθεί,κι όπως το ίδιο μαύρο ύφασμα παντού ξεχείλιζε εκατέρωθεν απ’τις ψυχές των θαμώνων κ η βουερή λεωφόρος το νανούριζε σα θάλασσα,ένα υφάδι του ξαφνικά ξηλώθηκε θαρρείς από ένα αόρατο πράσινο χέρι…κι ονειρεύτηκε αληθινά.



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου