Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Νεοπαροιμία νο.7 (Το Λίμερικ της ΑντιΠανδώρας)


"Απ'το κουτί της Πανδώρας τελευταία βγαίνει  η ελπίδα,  
 απ'της ΑντιΠανδώρας η εξοικείωση"






Λένε οι μύθοι οι παλιοί στη μνήμη οι σωσμένοι
πως μια θνητή πανάγαθη  ήταν βαλαντωμένη
για την επίμοχθη δουλειά που είχε αναλάβει
όλου του κόσμου τα δεινά στη κούτα της να θάβει
μπροστά στο δωδεκάθεο έκλαιγε σαν βλαμμένη

Ηφαιστε  κύρη μου εσύ όλης της γης των gadget
ξέρεις πώς σώνεται γοργά της πειθαρχίας το budget;
θα την εκάνουνε οι ρωμιοί σιμά τη μαλακία
και γω να τζάω με θωρώ Νεφελοκοκκυγία!
αχ! να ταν να μην έβλεπες μικρός inspector Gadget!

"Μωρή τρελλή" είπε ο 'Hφαιστος  "μου τα 'χεις κάνει  αμόνια!"
γεμίσαμε ημίθεες, θνητές και άλλα ψώνια
τόση δουλειά δεν έβαλα ούτε στη μαστοριά σου*
του Τάλου θέλεις να το πω να χάσεις τη θωριά σου;
πάρε δυο μνες να γλυκαθείς με τ' Άργους τα πεπόνια!

Στο ουρανό υψώθηκαν θανατερές τσιρίδες
ώσπου στις σκάλες  ήχησαν του Δία οι αρίδες
σκοτείνιασε το μέγαρο, μουσκέψανε χιτώνες
μύρια κοπάδια απ΄το ωστικό ψόφησαν στους λειμώνες
στα πέριξ κάηκε το φως σ'όλες τις λαμπυρίδες

΄Τι γίνεται εδώ" ρώτησε  ο Νεφεληγερέτης
ποιά τσίριζε σαν εύρωστος στο Μιναρέ μεμέτης
όλοι με βλέμμα δείξανε ένα κλειστό πιθάρι
που απ'τους γόους μούγκριζε σαν να 'τανε λιοντάρι
εκεί τη χέρα βρόντηξε ο Δίας σαν  εφέτης

Μέχρι το αέτωμα ψηλά σήκωσε την πληβεία
που είδε από το ζντούφο  της άρματα με ιστία
έλα της λέει στο μπαμπά πες άφοβα το στόρυ
αλλιώς στο σπίτι σου θα πας δεμένη σ'ενα δόρυ
κι όλα τα ξέρασε η θνητή χωρίς πολλά αστεία

"Χμ!" έκανε ο αρχηγός και ράγισαν  δυο κούροι
είσαι μικρή και άμαθη να φας τέτοιο αγγούρι
"Για έλα εδώ ρε κούτσαβλε τί είπες στην κοπέλα;"
ποινή σου ρίχνω ως αύριο να εφεύρεις  την  "προπέλα!"
και λύση αμέσως της μικρής να βρεις παλιοκαμπούρη!

Μια και μισή ο Ήφαιστος στο εργαστήρι εκλείστει
στο μαραφέτι ολονυχτίς ξανάβγαλε την πίστη
πρωί πρώι κατάκοπος το πήγε μες στη σάλα
ξεχέζοντας στο διάβα του Φαύνους που παίζαν μπάλα
μα ημίγυμνη είδε τη μικρά και η καρδιά του εσκίσθη

Πάνω σε ανάκλιντρο νωπό ξέσκιζε μια φρουτιέρα
και τρίχες έβλεπες πάντου σκόρπιες του Θείου Πατέρα
ο Δίας μπήκε στη σκήνη βγαίνοντας απ'το ντους
ζητώντας στον ευνούχο του λίγη αμβροσία μους
φιλάκι έστειλε στη νια που σφύριξε σαν σφαίρα

Αίφνης τη κούτα έκρυψε στον ύβο που είχε maxi
γραμμή στην Ήρα κίνησε τον Μπήχτη της να κράξει
σαν άκουσε η σύζυγος το νιοστό κορνούτο
έκανε πως  την ένοιαξε να μην την πούνε ούρτο
στον ¨Ηφαιστο παρήγγειλε τη φόρμουλα ν' αλλάξει

Ορίστε το κουτάκι σας αγαπήτη πηδιόλα
κι απ'όλα τα δεινά σε σας, ψωλές  να λάχουν φόλα
σκέφτηκε μα δεν άρθρωσε και πονηρά γελούσε
σαν το κυτίον παρέδιδε στην bimbo που ποθούσε
κι εκείνη τον αγκάλιασε με χέρια Τιραμόλα

Σε λίγο μες  στο  σπίτι της η Πανδωρού εφορμούσε
νύχια πριόνια  στο  αμπαλάζ με βια τσαλαβουτούσε
τέχνη μετάλλου μέγιστη ύψωσε στο καντήλι
και μαίανδροι λακαριστοί καθρέφτισαν τα χείλη
με κάθε κόστος το κουτί παρθένο θα κρατούσε

¨Ηρθε και πάλι ο καιρός που στήθηκαν συμπόσια
της πόλης οι επιφανείς κροτάλιζαν σαν κρόσια
η Πανδωρού ξεσκόνιζε τη μυστική ταυτότης
γιατί ήταν σένιο θηλυκό και εταιρόνι πρώτης
τσιτάτα πρόβαρε τρανά μην και την πουν ανόσια

Γδούπος βαρύς εράπισε την πέτρινη καλύβα
μα η μήνις της δεν άργησε να γίνει αγουρίδα
μαρμάρινη έλαβε γραφή σε επιφάνεια λεία 
για τη μεγάλη μάζωξη στου έμπορου Καλλία
και η κραυγή που έβγαλε ακούστηκε στη Σίβα

Χλαμύδα ψώνισε μισή και δυο σανδάλια χέλια
που γλύφανε το σώμα της ωσάν τα Δαρδανέλια
τη κούτα της περιέβαλλε με σένιο καμουφλάζ
ως  νεσεσέρ την πλάσαρε  για extra μακιγιάζ
μόλις σας λέω κρατιότανε για να μην μπήξει γέλια

Στην αίθουσα δεξιώσεων σαν μπήκε η δικιά σου
μάγγωσε όλο το ποίμνιο σαν τη θηλιά του λάσου
ευνούχων,μπρούσκων,ραμολί τα σώβρακα κολλήσαν
μονάχα κάτι κουνιστοί τα μούτρα τους ξινίσαν
με ζόρι τραύλισαν χόντρο παθιάρικα το "γεια σου"

Όλο το βράδυ γλένταγε και απέγραφε τους άντρες
του βίου της  απομίμηση "οι θαλασσιές οι χάντρες"
ώσπου  ένας απελεύθερος μαύρος απ'τη Φρυγία
πήρε τον σκούφο τον Χρυσό για την ανδρολαγνεία
χρόνια μετά θα φλέρταρε καρμπόν η Τζούλια  Άντρες

Μέσα σε ξέχειλο σιλό τον έρωτα ανταμώσαν
τούφες σταχυών μέσα στ'αυτιά άθελα παραχώσαν
έτσι δεν αντελήφθησαν το δίπλα οργιάκι
του Γανυμήδη που'στηνε τ'ανίερο παρεάκι
την  κούτα της δεν άγγιξε σαν δάχτυλα απλώσαν

"Κάλε τι είν'τούτο το κουτί;" το βρήκα εδώ πιο πέρα
δεν με κατάλαβε η τζαζλή, έχει αγγίξει αιθέρα
λες να 'ναι τίποτα προχώ condomια απ'τη Φρυγία
με βότανα αρωματικά για την πεολειχία
κάτσε να αρπάξω κάνα δυο μια που είμαι κίσσα βέρα

Δία μου βόηθα με χρυσέ με πήραν τα ντουμάνια
τέτοια βρωμιά ούτε στα τζουρά που πάω με τ'αλάνια
τί είναι τούτη η καπνιά, η τέφρα, η δυσωδία
ίδια σαν βγαίνει ο χορός ρίχνουν στη τραγωδία
ως τα ανείδωτα έφτασε ασύννεφα ουράνια

Γερό σκαμπίλι ανέκοψε τη φρούδα του εικασία
και η ηρωίδα τσίτσιδη του άρπαξε τη λεία
με μένος και υπερένταση προσπάθησε να κλείσει
τη δίνη της κολάσεως που είχε εξαπολύσει
μα ήταν ήδη πια αργά συνέβη η μαλακία

Ο Γανυμήδης μπλάβισε  ξερός βήχας του ήρθε
στο πάτωμα έπεσε νεκρός και η ροζ ψυχή του εξήλθε
θρήνοι από τα ανάκτορα  βγήκαν να  συμπληρώσουν
οικούς μεγάλους φονικά ήρθαν να αμαυρώσουν
μες στα μυαλά όλων το κακό δριμύτερο επανήλθε

Μα στοπ καρέ και στάκαμαν τί πήδηξε απ'το βάλτο;
τι έσκασε εις το δάπεδο με ένα γενναίο σάλτο
η Πανδωρού στη τύφλα της το πήρε για ποντίκι
ή άντε στη καλύτερη για γιγάντιο φυστίκι
μας σαν το καλοκοίταξε έγινε άσπρη σαν το σμάλτο

Αυτό δεν ήτανε κούτι ήταν Μπαμπούσκα κούκλα
μια μες στα πόδια ρέπλικα έτρεχε  σαν πεδούκλα
επάνω όρθωσε φωνή και τσίριζε για ώρα
"Δεν με γνωρίζεις αδελφή, είμαι η Αντιπανδώρα!"
και το σκατό της μητρικής έφτασε ως τη μπούκλα!

Ήρθα να αναλάβω εγώ του κόσμου τα ηνία
συνώνυμο μιας κι έγινες με τη σεξομάνια
άντε λοιπόν το δρόμο σου και άλλαξε καριέρα
γιατί οι θεοί σε πρωωθούν για Τάρταρου μια  ξέρα
και τσουπ!  τη μίνι κιβωτό άνοιξε με σοφία

Χαρμόσυνα καμπανητά και μουσικές συστάδες
λάμψεις πετιόνταν εκ κουτιού σαν από Συμπλιγάδες
Γέλια και βήματα χορών άρχισαν να ηχούνε
και νικηφόρες οι δρομείς μάχες να μαρτυρούνε
όλα ξαναμελώθηκαν σαν φρέσκοι λουκουμάδες

Οι νιοι μας πια  παντρεύονταν ιδανικά κοράσια
τα πλούτια συσσωρεύονταν στα άπειρα εργοστάσια
όλοι ανάκτορα έφτιαχναν με υπογραφή Φειδία
και του μεγάλου τέκτονα του ερχόταν αηδία
η τύχη ήταν προσβάσιμη σαν του Μαγιού κεράσια

Μήνες πολλούς εκράτησε της ύλης το γιορτάσι
και όλοι ήταν τρισεύγενοι,ζούσαν χωρίς εντάσεις
σε ό,τι καταπιάνονταν ήταν πετυχημένοι και
την αγάπη για ζωή βοούσαν εξημμένοι
κανείς δεν είχε μαρασμό τον άλλον να προφτάσει

Μυαλά γιγάντια έβγαλε η τότε εποχή
κι όλοι για όλα εξέφραζαν γνώμη ελιτιστική
η ευφυία ήταν σκοπός και μέθοδος και πάσο
οι δούλοι βγάζαν τη δουλειά απ΄τη Μπουρκίνα φάσο
κανείς τους δεν σκεφτότανε να κάνει αποχή 

Σιγά σιγά όμως κάτι άλλαξε στη σύσταση του αέρος
αόρατο μα ορατό όπως ο άγριος έρως
οι άνθρωποι αποκτήσανε δυσανεξία στα πάντα
για λεπτομέρειες φούντωναν σαν ένοπλη intifada
ήταν πλέον εύφλεκτο το πρώην πράο μέρος

Όλοι γυρεύανε άγρια  το "κάτι άλλο" στο ράφι
ξίνιζαν και όλο έκριναν σαν δημοσιογράφοι
απ'τη πολύ πρεμούρα τους εκθείαζαν βλακείες
αφού το κέντρο έχαναν σε πλάγιες  κολακείες
με ψεύτικο ενθουσιασμό βουλώναν κούφια πάθη

Λεφτά πλέον θέλανε σκασμό  για να πλεονεκτούνε
μιας και στο δρόμο ξέχασαν πως να δημιουργούνε
νύχτα και μέρα αντάλλασσαν χιλιάδες εξυπνάδες
και του βίου τους θαυμαστές ποθούσαν για μανάδες
στο ύπνο αναμετάξυ τους άκουγαν να βογκούνε

Αργόσυρτα  μασούλαγαν τέχνη μετά μανίας
στο ράφι την παράταγαν σαν να 'ταν Καζαμίας
εγωμανείς αδίστακτοι με πνεύματος ψωρία
την καγκουριά τους έκρυβαν μες στη πρωτοπορία
και την ανία σε διάθεση αέναης θηρίας

Τσιφλίκια εστήνανε εντός  με σκιάχτρο μιας  ιδεάς
και ο πλησίον γινότανε αλλόφρων εισβολέας
όλοι στη πρώτη τη γραμμή θέλανε να θρονιάσουν
καλό λόγο δεν λέγανε πριν πρώτα τακιμιάσουν
κανείς πια δεν θυμότανε τη μέθοδο της μαίας

Κι έτσι πέρασε η ζωή θα φύγει κι άλλη τόση
και της Πανδώρας το κλωνί κανείς δεν θα προδώσει
δουλειά μαστόρικη έκανε ο Ήφαιστος στο κύτος
ώστε αυτοκαταστράφηκε της ίντριγγας ο μίτος
σαν ύδωρ που οσμώνεται στο σώμα με την πόση

Γυρέψτε έξω με πυρσούς μια κάποια Αντιπανδώρα
ορμήνια θε να λάβετε για μαγαζί με δώρα
έχει μηδίσει  η Ιέρεια εδώ και χίλια χρόνια
σε τέμενος θεόρατο κάτω από τόνους χιόνια
να επιστρέψει πια εδώ καμιά δεν βλέπει ώρα

*ο μύθος θέλει την Πανδώρα αν και θνητή να έχει κατασκευαστεί απ'τον Ήφαιστο με χώμα και νερό. Η ιστορία θέλει επίσης την Πανδώρα να ανοίγει το κούτι! Λεπτομέρειες...















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου