Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Ψευδοτσιτάτο νο.9

"Μείνε στην πλατεία με κάθε τρόπο. Υου 've just won a marzipan Strawberry!"



Είμαι ,εδώ, απ'τις 8 το πρώι και δεν έχω ακόμα μολυνθεί,
κάθομαι κάτω απ΄τα δέντρα της πλατείας,
κοιτώντας το σκύλο και τη ζογκλερική μπάλα στα χέρια ενός,

¨Επειτα, φαγητό χαμηλά στην Ερμού.
Ξεκινάει, χωρίς εμένα, σαν να μου τη φύλαγε.
Έπρεπε να μάθω γρήγορα το ζογκλερικά μου, στην πράξη όμως εγώ.

Γυρνάω τρέχοντας,γυαλάκια κολυμβητηρίου,εναλλάξ με τα μυωπικά,
 -ποτέ δεν πίστευα πως θα σας χρησιμοποιούσα έτσι-
επαλείψεις μαλόξ, συνθήματα, ρυθμικό βήμα με τους τυμπανιστές

μπρος, πίσω, πάνω, κάτω στα σκαλιά
κλιμάκωση, ασφυξιογόνο σαν το "μάνα" του διαβόλου ουρανοκατέβατο μέσα στα σπλάχνα του πλήθους,πνιγόμαστε όλοι, κάποιοι μαυροντυμένοι με καλές μάσκες  μένουν ατάραχοι σαν οδοδείκτες,καθώς ξεμακραίνουμε τους βλέπω με την άκρη του ματιού να πέρνουν θέση απέναντι απ'τα ΜΑΤ,θάλασσα η πλατεία που πλέον τραβήχτηκε άπ'την άμπωτη και μείνανε έκθετες μαύρες,λαμπερές, όρθιες,γαλότσες.Όποιοι κι αν είναι ξέρουν τι πρέπει να κάνουν.Νιώθω φρίκη σαν να κοιμήθηκα όλο το βράδυ σε μαξιλάρι που από κάτω είχε οχιά.

Χωνόμαστε σε παράδρομους,σημειωτόν κλαίγοντας και φτύνοντας, σταματάμε, ξαποσταίνουμε, μιλάμε, εικάζουμε, δεν έχει σημασία,είμαστε ήδη δευτεραγωνιστές, γινόμαστε επαίσχυντοι θεατές, ηδονοβλεψίες, προπονητές της εξέδρας,τον λόγο έχει η χημεία και το μάρμαρο σε ένα αντιαισθητικό δρώμενο, ούτε καν άγριο, ούτε καν επικίνδυνο, ξένο.

Παίρνω τηλεφωνό και βρίσκομε με τη φίλη μου, έχει ακροβολιστεί στην Ερμού.Με κοιτάει σαν φάντασμα, είσαι "μπαρουτοκαπνισμένος" μου λέει "πού νομίζεις πως ήρθες;" της απαντάω, μου βγάζει φώτο στο κινητό,μοιάζω με steampunk αεροπλόο,πολύ με γουστάρω, θα με κορνιζάρω αν και ξέρω πως είμαι μια ίνα σε μια φάσια που την χορογραφία της, αναλαμβάνουν άλλοι. Κάθε που πάω να σηκωθώ,αναμπουμπούλα, βρισιές, νέο δακρυγόνο από διμοιρία σε παράδρομο. Με τα πολλά ξανανεβαίνουμε πάνω, είναι μόνο οι αποφασισμένοι ίσως και οι αδίστακτοι,προτιμάς να μην ανασάνεις, καίγεσαι, συνέχεια επιθέσεις σε ποιούς, από ποιούς, για πόσο;
Χωρίζουμε στο μετρό, μένω πάνω στην πλατεία, μια κοπέλα γυρνάει με δίσκο και μοιράζει μάρσιπαν φράουλες. Παίρνω μια και την τρώω ανεβοκατεβάζοντας δειλά τη χειρουργική μάσκα.Φοβάμαι ότι είναι μεταμφιεσμένη μπατσίνα και θέλει να μας δηλητηριάσει,είναι έτσι κι έτσι, λίγο ξινή. Βλέπω κάνα δυο τύπους με καδρόνια.Δεν ξέρω τί εκπροσωπώ πλέον εδώ πάνω. Το έβλεπα σαν παιχνίδι, σαν video game που ξεκλειδώνεις δώρα όσο προσεγγίζεις τον στόχο:"Μείνε στην πλατεία με κάθε τρόπο", εξ'ού και η φράουλα τρόπαιο,σαν το pacman σκέφτομαι και γελάω,πλέον μου μοιάζει με  ηβηφρενικό καπρίτσιο. Το Μνημόνιο πέρασε. Δεν μπορέσαμε να τους αναχαιτίσουμε. Τώρα ρουφάω χημικά σαν βιρτουόζος βιτζιόζος από απλό πείσμα. Για να μην διαλυθεί το κίνημα. Το φιλειρηνικό; Με όλη τη πλατεία σπασμένη; Κάνω παιδικές σκέψεις. Κι αν φύγουν και ξαναγυρίσουν, και τί έγινε; Φεύγω, καίνε τα πνευμόνια μου...

Κατεβαίνω  καρφί κάτω την Ερμού, σταματάω  Θησείο και ξεπλένομαι  απ΄τα Μαλόξ με εμφιαλωμένα, νέος κόσμος, καλοντυμένος κάνει τη βόλτα του, ζευγαράκια φιλιούνται αμέριμνα στα παγκάκια με ντεκόρ το αρχαίο νεκροταφείο. Συνεχίζω προς Γκάζι. Παρέες με γυμνασμένους gay τελευταίας κοπής- όσο πιο macho τόσο πιο αξιέραστοι- τρώνε  σε μεγάλες παρέες στα ερμαφρόδιτα ταβερνογκουρμέ, δυο λεσβίες χέρι χέρι με άσπρα μούτρα περνούν  το δρόμο και βρίζουν τσαμπουκαλεμένα τους παράτολμους οδηγούς. "Είναι ακόμα υπό την πάνω επήρεια" σκέφτομαι.Σκοτεινιάζει, αττικό σούρουπο, το πιο γλυκό του πλανήτη. Μεγάλα σίγουρα βήματα, ολόκληρη ανάσα με κομματάκια βήχα απ'τα χημικά, θέλω να περπατήσω, είμαι γεμάτος πιτσιλιές απ΄τα μαλόξ που μου ψέκαζαν οι Σαμαρείτες της πλατείας. Περνάω απ'τα λοφτ που χτίζονται στην Αθηναίδα και τα κοιτάζω στωικά. Ποιοί θα μείνουν εδώ, με τί απ'έξω να συνταιριάζει με το μέσα; Πόσα μέτρα, πόσα χιλιόμετρα είναι η απόσταση ασφαλείας απ΄το περιμετρικό όλεθρο, την κυκλωτική δυστυχία; Ούτε σε έκθεση βιβλίου δεν συναντάς μεσοτοιχία τόσο διαφορετικές νοοτροπίες; Σε απόσταση τετάρτου παίζει ο κόσμος τη ζωή του κορώνα γράμματα και εδώ βασιλεύει το αιώνιο Ελληνικό καλοκαίρι.

Μπαίνω σε ένα ταξί, καταστρώνουμε σχέδιο πως θα ανέβουμε, κάνει τόσες παρανομίες που φοβάμαι πως όσο ξύλο δεν έφαγα στο Σύνταγμα θα το φάω μαζεμένο απ'τους αγανακτισμένους οδηγούς- μέσα μου τις γουστάρω, θέλω να φτάσω σπίτι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα,νιώθω εξουθενωμένος και άρρωστος,στο δρόμο βάζουμε ράδιο, τους έχουνε κλείσει στο μετρό! Τραυματίες, επιθέσεις σε τραυματιοφορείς. Τι κάθονται και κάνουνε; λέω, οι συρμοί λειτουργούν. Τί προσπαθούνε να αποδείξουν; Ο οδηγός διακόπτει τον οιρμό μου,  λέγοντας για το 85χρονο κομματόσκυλο της πολυκατοικίας του,πως δεν έχει το γνώθι σαυτόν, υπερεκτιμάει τις δυνάμεις του και θα φάει το κεφάλι του που κατέβηκε. Αυτός δεν ασχολείται με πολιτικά, συμπληρώνει. Δεν του αποκαλύπτω που ήμουνα. Σάμπως, ήμουνα; με τον τρόπο που είχα σκεφτεί; με τον τρόπο που θα 'θελα; Κοιτιέμαι στον καθρέφτη της πολυκατοικίας, μου έχει μείνει ένα ώχρα μουστάκι από Μαλόξ, μοιάζω ελαφρώς γελοίος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου